Στα πλαίσια του προγράμματος περιβαλλοντικής εκπαίδευσης του Υπουργείου παιδείας δουλέψαμε το 2003-04 με μια ομάδα μαθητών του Λυκείου Μολάων πάνω στην ελιά και το λάδι.

Το εξώφυλλο της εργασίας που παρουσιάσαμε.

Στον πρόλογο γίνεται αναφορά στο πρόγραμμα και την ομάδα που συμμετείχε.

Ακολουθούν τα πιο ενδιαφέροντα σημεία της εργασίας:

Ελιά και περιβάλλον

Απόβλητα ελαιουργείων

Παραγωγή, τάσεις και προοπτικές

Βιολογική καλλιέργεια

Πηγές

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Πρόλογος

 

 

 

 

Στην μικρή κοινωνία που ζούμε, στο νότιο ανατολικό άκρο της Πελοποννήσου, εδώ στην επαρχία Επιδαύρου Λιμηράς, η ελιά και το λάδι συνιστούν σε μεγάλο βαθμό το περιβάλλον μας. Ένα περιβάλλον φυσικό, οικονομικό και πολιτιστικό ακόμα, αφού μπολιάζει, πάππου προπάππου, με έργα ειρήνης και προόδου τη ζωή και την συμπεριφορά μας.

Ένα σωστό σχολείο, ενταγμένο στην κοινωνία, οφείλει να σκύψει με σεβασμό και αγάπη σε αυτό το ‘περιβάλλον’. Μέσα από τέτοια περιβαλλοντικά και άλλα προγράμματα και δραστηριότητες πρέπει να στοχεύει στην «αλλαγή στάσης και συμπεριφοράς των μαθητών, την ενίσχυση της υπευθυνότητας, της αυτοπεποίθησης, της προσωπικότητας και ικανότητας των μαθητών για την υιοθέτηση θετικών τρόπων και στάσεων ζωής». Αυτά διαβάζουμε στους στόχους του Υπουργείου για την περιβαλλοντική εκπαίδευση.

Δυστυχώς η σημερινή πραγματικότητα του ελληνικού σχολείου, με την εξοντωτική εργασία των μαθητών σε αποστήθιση γνώσεων, που δεν προλαβαίνουν να αφομοιώσουν, σε μηχανιστική μάθηση, για την προετοιμασία τους για τις εξετάσεις, δεν αφήνει πολλά περιθώρια για δημιουργία.

Η περιβαλλοντική ομάδα του σχολείου μας εργάστηκε μέσα σε τέτοιες πιεστικές συνθήκες. Εντόπισε το θέμα, το προσέγγισε όσο μπορούσε μέσα από συζητήσεις όλης της ομάδας, βρήκε πηγές πληροφόρησης και δούλεψε κατά ομάδες. Εργάστηκε δηλαδή με την μέθοδο Project. Ετοίμασε τα ερωτηματολόγια και απευθύνθηκε σε ειδικούς, γεωπόνους και συνεταιριστές. Γνώρισε έτσι καλύτερα το αντικείμενο, ευαισθητοποιήθηκε περισσότερο με αυτό και εκθέτει τώρα τους προβληματισμούς και τα συμπεράσματά της.

Αντικειμενικές δυσκολίες δεν μας επέτρεψαν να κάνουμε όλα όσα λογαριάζαμε. Παρόλα αυτά δεν ζητούμε επιείκεια, αλλά δίκαιη κρίση και εκτίμηση των προθέσεών μας.

Η περιβαλλοντική ομάδα που δούλεψε αποτελείται από τους μαθητές της Β’ τάξης Λυκείου :

1

ΚΟΥΛΟΥΡΗΣ

ΓΕΩΡΓΙΟΣ

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ

2

ΝΑΙΔΕΝΟΒΑ

ΓΚΑΛΙΑ

ΙΒΑΝ

3

ΚΙΜΠΙΖΗ

ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ

4

ΒΙΛΛΙΑ

ΑΦΡΟΔΙΤΗ

ΙΩΑΝΝΗΣ

5

ΝΤΑΝΑΚΑ

ΑΓΓΕΛΙΚΗ

ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ

6

ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗ

ΔΕΣΠΟΙΝΑ

ΘΕΟΔΩΡΟΣ

7

ΚΑΡΥΤΣΙΩΤΗΣ

ΓΕΩΡΓΙΟΣ

ΧΡΥΣΑΝΘΟΣ

8

ΚΟΚΚΟΛΗ

ΑΡΓΥΡΩ

ΙΩΑΝΝΗΣ

9

ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΡΙΔΗ

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΑ

ΑΓΓΕΛΟΣ

10

ΡΟΥΓΑ

ΜΑΡΙΑ

ΝΙΚΟΛΑΟΣ

11

ΚΩΣΤΙΝΑ

ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ

ΘΕΟΔΩΡΟΣ

12

ΓΚΙΟΤΣΑΛΙΤΗ

ΝΕΚΤΑΡΙΑ

ΝΙΚΟΛΑΟΣ

13

ΛΑΓΓΗΣ

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ

ΔΙΑΜΑΝΤΗΣ

14

ΚΟΥΤΡΟΥΛΑΚΗΣ

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ

ΓΕΩΡΓΙΟΣ

15

ΒΑΝΙΚΙΩΤΗΣ

ΓΕΩΡΓΙΟΣ

ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ

16

ΓΙΑΝΝΟΥ

ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ

ΜΙΧΑΗΛ

17

ΖΟΥΡΝΤΟΣ

ΓΕΩΡΓΙΟΣ

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ

18

ΠΡΑΧΑΛΗ

ΒΑΣΙΛΙΚΗ

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ

19

ΠΑΠΑΔΑΚΗ

ΕΛΕΝΗ

ΙΩΑΝΝΗΣ

20

ΑΡΡΩΝΗΣ

ΙΩΑΝΝΗΣ

ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ

21

ΠΑΝΑΡΙΤΗΣ

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ

ΝΙΚΟΛΑΟΣ

22

ΜΠΟΥΛΟΥΧΕΡΗ

ΘΕΩΝΙΑ

ΑΡΙΣΤΕΙΔΗΣ

23

ΤΖΑΚΑΣ

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ

ΝΙΚΟΛΑΟΣ

24

ΜΠΡΑΝΤΙΤΣΑΣ

ΝΙΚΟΛΑΟΣ

ΘΕΟΔΩΡΟΣ

25

ΚΡΟΥΔΟ

ΣΟΦΙΑ-ΚΟΥΣΕΤΑ

ΣΑΛΒΑΤΟΡ

26

ΑΡΚΟΥΔΗΣ

ΠΑΥΛΟΣ

ΧΡΗΣΤΟΣ

 

Οι συντονιστές του προγράμματος ήταν οι καθηγητές :

Σταθάκης Γιώργος, φυσικός

Λάγγης Νικόλαος, φιλόλογος

 

 

 

Ελιά και περιβάλλον

Ελαιώνας: Το καλύτερο ελληνικό δάσος

Δανειστήκαμε αυτόν τον τίτλο από άρθρο του Νίκου Μάργαρη. Τολμήσαμε να υποστηρίξουμε και εμείς ανοιχτά ένα μεγάλο μέρος της παρεξηγημένης αλήθειας που κρύβει –αποτέλεσμα μιας υπερβολής από την πλευρά των ευαισθητοποιημένων για το περιβάλλον, στην οποία πλευρά βέβαια βρισκόμαστε και εμείς. Στον ελαιώνα θα βρούμε αρκετά χαρακτηριστικά και πολλές από τις ωφέλειες του δάσους, με κυριότερη ότι αποτελεί έναν μεγάλο πνεύμονα οξυγόνου.

Ένα ολόκληρο οικοσύστημα υπάρχει, ζει και αναπτύσσεται εδώ. Οπωσδήποτε όχι απρόσκοπτα, με πολλά προβλήματα από την αναπόφευκτη έως υπερβολική ανθρώπινη δραστηριότητα, αλλά υπάρχει. Ίσως μάλιστα πλουσιότερο σε πανίδα, οπωσδήποτε πλουσιότερο σε χλωρίδα από παλιότερα. Ένα πλήθος από ζώα, λαγοί, αλεπούδες, σκαντζόχοιροι, ασβοί και πάρα πολλά πουλιά, προσπαθούν και συμβιώνουν δίπλα στις ανθρώπινες δραστηριότητες. Επίσης έντομα, άλλα ωφέλιμα όπως τα μελίσσια και άλλα ‘επιβλαβή’ ή ενοχλητικά, που αποτελούν όμως μαζί με τους καρπούς εκλεκτή τροφή για τα πτηνά. Γενικά λοιπόν είναι θετικό ότι οι γυμνές πεδιάδες και πλαγιές, που μας ιστορούν οι παππούδες μας, έχουν γεμίσει από αυτό το ευλογημένο αυτό δένδρο. Είναι χαρακτηριστικό ακόμα ότι δεν έχουμε πλημμύρες όπως παλιότερα, όταν για παράδειγμα η τρύπα της καταβόθρας δεν προλάβαινε να απορροφήσει τα νερά του κάμπου του Ασωπού. Αυτά σε συνδυασμό με το ότι οι περισσότερες ελιές είναι σήμερα ποτιστικές έχει αλλάξει το μικροκλίμα της περιοχής.

Η περιποίηση των δένδρων εδώ είναι ιδιαίτερη. Δεν ραβδίζονται, αντιμετωπίζονται με φροντίδα και τρυφερότητα, και το δένδρο παραμένει όμορφο και υγιές.

Μια τάση υπερβολής όμως, να αυξήσουμε με κάθε θυσία την παραγωγή με την αλόγιστη χρήση λιπασμάτων και φυτοφαρμάκων, έχει επιβαρύνει αρκετά το περιβάλλον. Αυτό έρχεται σε αντίθεση στην ποιότητα της ζωής μας, αλλά και στην ίδια τη διάθεση του προϊόντος μας.

Αειφορική γεωργία: Το όραμα της ελληνικής γεωργίας

Οι επιλογές για την Ελληνική Γεωργία είναι δύο:

Γεωργία υψηλών εισροών. Η πρώτη επιλογή, που ακούει σήμερα στο όνομα σύγχρονη γεωργία ή συμβατική ή καπιταλιστική γεωργία, μας καλεί να συνεχίσουμε στην παρούσα πορεία μεγιστοποιώντας ακόμη περισσότερο τις εισροές που χρησιμοποιούμε (λιπάσματα, νερό, φυτοπροστατευτικές ουσίες, μηχανήματα).Το ζητούμενο είναι γνωστό. Μεγιστοποίηση της παραγωγής με ταυτόχρονη μείωση του κόστους παραγωγής. Με απλά λόγια να μετασχηματίσουμε τη γεωργία σε βιομηχανία. Οι επιπτώσεις στο περιβάλλον, στην ποιότητα ζωής, στην ποιότητα αλλά και την διάθεση των ίδιων των προϊόντων είναι προφανείς.

Αειφορική είναι η γεωργία η οποία καλύπτει τις διατροφικές ανάγκες της παρούσας γενιάς με επαρκή και υγιεινά προϊόντα διατροφής και επιβίωσης, χωρίς να μειώνει την ικανότητα των μελλοντικών γενεών να καλύψουν και αυτές τις δικές τους ανάγκες από τους ίδιους αγροτικούς πόρους.

Τα τραγικά αδιέξοδα της πρώτης γέννησαν τη δεύτερη που δειλά εμφανίζεται μέσα στην Αναθεωρημένη ΚΑΠ (κοινή αγροτική πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης) και που βέβαια υπήρχε με τη μορφή της παραδοσιακής γεωργίας.

Οι γεωργοί του αειφορικού μοντέλου είναι γεωργοί κριτικοί απέναντι στο σύστημα, σέβονται τη φύση με την οποία επιδιώκουν να εξασφαλίσουν μια συμβιωτική σχέση και όχι να την καθυποτάξουν. Αναζητούν διαρκώς τη γνώση, απολαμβάνουν αυτό που κάνουν και χαίρονται για τη δημιουργία που τους προσφέρει το γεωργικό επάγγελμα. Τέλος, οι γεωργοί της αειφορίας έχουν υιοθετήσει έναν απλό τρόπο ζωής που δίνει έμφαση στην ποιότητα της ζωής και των ανθρώπινων σχέσεων και όχι στη λατρεία της κατανάλωσης.

Φυτοφάρμακα –βασικές έννοιες

Τα πρώτα φυτοφάρμακα ήλθαν σαν ανάγκη στην αρχή, όταν ο κόσμος πεινούσε και η αύξηση της παραγωγής ήταν θέμα επιβίωσης. Τα πιο κλασικά από αυτά (DDT) ήλθαν να αντιμετωπίσουν και την μάστιγα της ελονοσίας, με την καταπολέμηση των κουνουπιών. (Βέβαια και σήμερα πολλοί άνθρωποι στη γη πεινούν, αλλά αυτό μάλλον χρειάζεται άλλες, πολιτικές λύσεις, ισόρροπη και ορθολογική ανάπτυξη του πλανήτη. Τα αποθέματα τροφών έτσι κι αλλιώς, απ ότι λένε, επαρκούν).

Η ειρωνεία είναι ότι η πρώτη μεγάλη ώθηση στην ανάπτυξη των φυτοφαρμάκων, κυρίως των ζιζανιοκτόνων, έγινε από τους αμερικάνους στον πόλεμο του Βιετνάμ. Εδώ έριξαν 20.000 τόνους διοξίνες, για να καταστρέψουν τα τροπικά δάση και ραντίστηκε μια έκταση 20.000.000 στρεμμάτων. Για να ξαναγίνουν αυτά τα δάση θα χρειαστούν περισσότερα από 100 χρόνια. Η διοξίνη ως χημική ένωση δε διασπάται, όταν διασκορπίζεται στο περιβάλλον, έστω και αν περάσουν 100 ή 150 χρόνια. Οι Βιετναμέζοι θα βρίσκουν τη διοξίνη στο νερό και στα τρόφιμα τους συνεχώς και επί μακρόν. Τα εντομοκτόνα που διαλύονται στα λίπη μπορούν εύκολα να διαπεράσουν κάποιες μεμβράνες, να επιδράσουν στα χρωμοσώματα και να προκαλέσουν μεταλλάξεις και καρκίνους.

Η δεύτερη γενιά φυτοφαρμάκων ήλθε με ηπιότερα σκευάσματα. Πολλά από τα παλιά απαγορεύτηκαν, μερικά αρκετά καθυστερημένα σε σχέση με άλλες προηγμένες χώρες. Ταυτόχρονα επεκτάθηκε σημαντικά η ζιζανιοκτονία, πρώτα με Gramoxon και τώρα με Roundap.

Επικίνδυνες ουσίες και βαριά μέταλλα, όπως ο υδράργυρος, δηλητηριάζουν σιγά σιγά τους αγρότες, την φύση και τα υπόγεια νερά και τη θάλασσα. Το 1986 το Εθνικό Ινστιτούτο Καρκίνου των ΗΠΑ, ανακοίνωσε, ότι οι αγρότες που έρχονται σε επαφή περισσότερο από 20 μέρες το χρόνο, μόνο με ζιζανιοκτόνα (χορτοκτόνα) δηλητήρια έχουν 6 φορές (600%) μεγαλύτερη πιθανότητα από άλλους αγρότες να εμφανίσουν καρκίνο στους λεμφαδένες, όργανα που παράγουν τα αντισώματα στον οργανισμό και μας προστατεύουν. Τα ίδια αυτά δηλητήρια έχουν σχέση με την εξασθένηση και την καταστροφή του ανοσοποιητικού συστήματος του ανθρώπινου οργανισμού και κατά συνέπεια μπορεί ευκολότερα να εμφανιστούν ασθένειες, όπως το AIDS ή οι καρκίνοι. Ένα χρόνο μετά, το 1986, η Εθνική Ακαδημία Επιστημών των ΗΠΑ, ανακοίνωσε ότι μόνο στις ΗΠΑ προστίθενται 20.000 καρκινοπαθείς, από τα βιοκτόνα, εντομοκτόνο, μυκητοκτόνα, ζιζανιοκτόνα (χορτοκτόνα) δηλητήρια. Πολύς λόγος έγινε για το Παραθείο (οργανοφωσφορικό δηλητήριο), το οποίο προσβάλλει το νευρικό σύστημα.

 

 

Κατάταξη των φυτοφαρμάκων.

 

Τοξική ουσία ή δηλητήριο, ονομάζεται κάθε μη ζώσα ουσία που εισέρχεται στους οργανισμούς με οποιοδήποτε τρόπο και επενεργεί βλαπτικά προκαλώντας λειτουργικές διαταραχές ή ακόμα και το θάνατο. Με τον όρο «μη ζώσα ουσία» αποκλείονται τα μικρόβια και οι τοξίνες που παράγονται από αυτά.

Τοξικότητα είναι η ικανότητα μιας χημικής ένωσης να προκαλεί εσωτερικές ή εξωτερικές διαταραχές στους οργανισμούς. Κίνδυνος τοξικότητας είναι η πιθανότητα να προκληθεί βλάβη από τη χρήση μιας χημικής ένωσης. Είναι ανάλογος με τον τρόπο που χρησιμοποιείται

Πίνακας 1. Κατάταξη επικίνδυνων χημικών ουσιών και

παρασκευασμάτων (ΦΕΚ 705/Β/20-9-94).

Α. Με βάση τις φυσικοχημικές τους ιδιότητες

·εκρηκτικές

·οξειδωτικές

·εξαιρετικά εύφλεκτες

·πολύ εύφλεκτες

·εύφλεκτες

Β. Με βάση τις τοξικολογικές ιδιότητες

·πολύ τοξικές

·τοξικές

·επιβλαβείς

·καρκινογόνες

<

·τοξικές στο σύστημα

αναπαραγωγής

·διαβρωτικές

·ερεθιστικές

·ευαισθητοποιητικές

 

Γ. Με βάση τις οικοτοξικές τους ιδιότητες

·επικίνδυνες για το περιβάλλον

 

 

Πίνακας 2. Σύμβολα επισήμανσης των τοξικών ουσιών σύμφωνα με

τις οδηγίες 88/379 και 89/178 της Ευρωπαϊκής Ένωσης

Σύμβολο

Εικόνα

Σημασία

Τα

Τοξικό

 

 

 

Χn,

Χi

Επιβλαβές

Ερεθιστικό

C

Διαβρωτικό

Ν

Επικίνδυνο για το περιβάλλον

 

Ε

Εκρηκτικό

F

Εύφλεκτο

Ο

 

Οξειδωτικό

 

 

 

Αλόγιστη χρήση των φυτοφαρμάκων

Αρκετές δεκάδες κιλά φυτοφαρμάκων καταναλώνονται κάθε χρόνο στην Ελλάδα. Η υπερβολή και εδώ είναι μεγάλη. Οι παραγωγοί με την παραμικρή υποψία θα ψεκάσουν με δηλητήρια, αν είναι δυνατόν να μην χάσουν ούτε κουκί ελιάς! Μάλιστα υπερβαίνουν πάντα κατά πολύ την συνιστώμενη δόση, που, έτσι κι αλλιώς, λογικό είναι οι δοσολογίες, που συνιστούν οι εταιρίες, να είναι αρκετά πλούσιες. Με την εκτεταμένη χρήση αεροψεκασμών , που ευτυχώς σταμάτησε πριν λίγα χρόνια, δεν έμενε ούτε πουλί πετούμενο στην φύση μας.

Οι κυριότερες ασθένειες που έχομε να αντιμετωπίσουμε στην ελιά είναι ο Καρκίνος, το Κυκλοκόνιο και η Καπνιά. Οι κυριότεροι εχθροί της είναι ο Δάκος, ο Πυρηνοτρήτης και η Βαμβακάδα.

Ο Δάκος είναι το βλαβερότερο έντομο για την ελιά. Το Μάρτιο και Απρίλιο, τα έντομα που βγήκαν από τις νύμφες και αυτά που επέζησαν από το χειμώνα, αν βρουν ελιές που έχουν μείνει αμάζευτες στα δέντρα, γεννούν σ' αυτές τα αυγά τους και αρχίζουν τη δράση τους. Η επίθεση συνεχίζεται τέλος Ιουνίου με μέσα Αυγούστου στους νέους καρπούς. Το θηλυκό έντομο ανοίγει μια τρύπα στον καρπό και αφήνει εκεί ένα αυγό. Μετά από 3-4 ημέρες, ανάλογα πάντα με τη θερμοκρασία, από το αυγό βγαίνει μια προνύμφη που αρχίζει να σκάβει τον καρπό, μέχρι να ολοκληρώσει την ανάπτυξη της και να γίνει νύμφη. Αν η ελιά έχει ωριμάσει, τότε η προνύμφη πέφτει στο έδαφος, εισχωρεί σε μικρό βάθος κι εκεί γίνεται νύμφη. Από το αυγό μέχρι το τέλειο έντομο μεσολαβεί περίπου ένας μήνας. Αν οι συνθήκες είναι ευνοϊκές ο Δάκος μπορεί να δώσει μέχρι και 7 γενιές σε ένα χρόνο. Η καταπολέμηση του απασχολεί πολύ τους ελαιοπαραγωγούς, αφού το έντομο αυτό προκαλεί μεγάλη ζημιά στην παραγωγή. Συνήθως την άνοιξη, οι παραγωγοί βάζουν παγίδες επιλεκτικά σε κάποιες καλλιέργειες και όταν αυτές δείξουν ότι ο πληθυσμός έχει αυξηθεί σημαντικά, αρχίζουν τους ψεκασμούς, οι οποίοι δρουν εναντίον των προνυμφών και των τέλειων εντόμων. Οι ψεκασμοί μπορεί να είναι και δολωματικοί. Ψεκάζονται έτσι μερικές μόνο καλλιέργειες μιας περιοχής με μια γλυκιά ουσία, που μπορεί να είναι μελάσα ή κάτι άλλο ανάλογο, η οποία προσελκύει τα έντομα που στη συνέχεια πεθαίνουν. Για τις ελαιοποιήσιμες ελιές οι ψεκασμοί αρχίζουν τον Ιούνιο και μπορεί να συνεχιστούν και το Σεπτέμβριο και Οκτώβριο.

Ο Πυρηνοτρήτης είναι κι αυτός ένα έντομο. Έχει τρεις γενιές το χρόνο και καταστρέφει τα φύλλα, τα άνθη και τους καρπούς της ελιάς. Οι μεγαλύτερες ζημιές προκαλούνται από τη γενιά που προσβάλει τον καρπό, αφού τα άνθη και τα φύλλα είναι αρκετά στο ελαιόδεντρο. Η καταπολέμηση του Πυρηνοτρήτη με ψεκασμούς για τις επιτραπέζιες ελιές, θα πρέπει να γίνεται τον Απρίλιο κατά της γενιάς που κάνει ζημιά στα άνθη. Για τις ελαιοποιήσιμες ελιές, οι ψεκασμοί θα πρέπει να γίνονται τέλος Ιουνίου με αρχές Αυγούστου.

Η Βαμβακάδα οφείλεται σε ένα έντομο το οποίο αφήνει τα αυγά του στα φύλλα των κορυφών. Με τους αδένες του εκκρίνει μια άσπρη βαμβακώδη ουσία, με την οποία τυλίγει τα κλαδιά και τα φύλλα των κορυφών. Ευτυχώς, το καλοκαίρι και το φθινόπωρο έχει πολλούς φυσικούς εχθρούς που του κάνουν μεγάλη ζημιά. Επίσης, οι ψεκασμοί για το Δάκο και τον Πυρηνοτρήτη καταστρέφουν και τη Βαμβακάδα.

Η Καπνιά (μαυρίλα) οφείλεται σε μύκητες, οι οποίοι αναπτύσσονται όταν υπάρχει αρκετή υγρασία στην ατμόσφαιρα. Προσβάλλουν τα φύλλα, τον καρπό και τον κορμό τέλος φθινοπώρου με αρχές του χειμώνα, τότε που η υγρασία στην ατμόσφαιρα είναι αρκετή. Τα φύλλα παίρνουν χρώμα κοκκινόμαυρο και πολλά κλαδάκια ξεραίνονται, ενώ το λάδι έχει χρώμα θολό και ελαφρά κόκκινο. Το δέντρο χρειάζεται ψεκασμό με χαλκό.

Το Κυκλοκόνιο οφείλεται σε μύκητες. Είναι η σοβαρότερη από τις ασθένειες της ελιάς, γιατί προκαλεί μεγάλη φυλλόπτωση στο δέντρο. Στα φύλλα στην αρχή εμφανίζονται σκούρες γκριζωπές κηλίδες, που στη συνέχεια μεγαλώνουν μέχρι και ένα εκατοστό και σκουραίνουν περισσότερο. Μοιάζουν με μάτι παγωνιού γι' αυτό και η αρρώστια αυτή είναι γνωστή κι έτσι. Στη συνέχεια τα φύλλα πέφτουν. Η μείωση της καρποφορίας μπορεί να φτάσει και 20% την επόμενη χρονιά. Ψεκασμός με μείγμα θειικού χαλκού με σβησμένο ασβέστη στην αρχή του φθινοπώρου, βοηθά στην πρόληψη από το μύκητα.

Ο Καρκίνος (μούρο) οφείλεται σε ένα κινητό βακτήριο που προσβάλλει όλα τα όργανα του δέντρου αλλά κυρίως τα φύλλα και τα κλαδιά. Στην επιφάνεια των κλαδιών σχηματίζονται ακανόνιστα και σκληρά εξογκώματα Το βακτήριο μπαίνει στους ιστούς από τις πληγές του μαζέματος, του κλαδέματος, από τα τσιμπήματα των εντόμων και από τις πληγές του χαλάζιου και του παγετού. Η διάδοση του βακτηριδίου γίνεται κυρίως με το νερό τη βροχής και με το δάκο. Η αντιμετώπιση της αρρώστιας δεν είναι εύκολη, γιατί δεν μπορούν να αποκλειστούν οι πηγές εισόδου του βακτηριδίου. Συνήθως αλείφουν τα σημεία εισόδου με διάλυμα στρεπτομυκίνης, που έχει την ιδιότητα να αδρανοποιεί το μικρόβιο για ένα μήνα περίπου.

Η χημική καταπολέμηση του Δάκου και του πυρηνοτρήτη έχει δυσμενείς επιπτώσεις στο περιβάλλον. Είναι επίσης γνωστό εδώ το πρόβλημα που δημιουργείται, όταν οι ψεκασμοί σκοτώνουν και άλλα ωφέλιμα έντομα, που τρώνε τα επιβλαβή για την ελιά. Αλλά αυτό είναι γενικότερος κανόνας, πλήρως αντιληπτός, για το τι γίνεται όταν διαταράσσεται η ισορροπία και δεν αφήνουμε τη φύση μόνη της να λειτουργήσει.

Απ ότι φαίνεται λοιπόν η αντιμετώπιση του προβλήματος μπορεί να γίνει τις περισσότερες φορές με ήπια σκευάσματα στην συνιστώμενη δόση και την κατάλληλη εποχή. Πολλές φορές αρκούν ψεκάσματα με χαλκό, παγίδες ή δολωματικοί ψεκασμοί. Οι τελευταίοι έχουν επεκταθεί στα περισσότερα μέρη της περιοχής μας με ικανοποιητικά αποτελέσματα. Αλλά παρόλα αυτά πολλοί αγρότες, στην υπερβολική τους αγωνία, ψεκάζουν με δηλητήρια τις δικές τους ελιές, με κίνδυνο υποβάθμισης όλου του λαδιού στις δεξαμενές από τα υπολείμματα των φαρμάκων. Επίσης η καταστροφή των ζιζανίων μπορεί να γίνει με σκάλισμα, καταστροφέα ή βόσκηση.

Λιπάσματα

Με τη λίπανση προσθέτουμε στο έδαφος απαραίτητα συστατικά για τη θρέψη του δέντρου, που δεν υπάρχουν στο έδαφος τη στιγμή που τα χρειάζεται για να ολοκληρώσει τον ετήσιο κύκλο του. Για τη σωστή λίπανση πρέπει να γίνει σωστός προσδιορισμός των συστατικών του εδάφους και να γνωρίζουμε ποια συστατικά είναι αναγκαία για την αύξηση της παραγωγικότητας του ελαιόδεντρου. Τα κύρια στοιχεία που χρειάζεται το ελαιόδεντρο, και τα οποία μπορούμε να δώσουμε με τη λίπανση, είναι το άζωτο, ο φωσφόρος και το κάλιο, σε αναλογία 2:1:1. Επίσης χρειάζεται ασβέστιο σε ίση ποσότητα με το κάλιο.

Ίο άζωτο αυξάνει τη βλάστηση και διευκολύνει την αφομοίωση των άλλων στοιχείων. Η υπερβολική λίπανση με άζωτο καθυστερεί την ωρίμανση των καρπών και κάνει το δέντρο ευαίσθητο στους παγετούς και στις προσβολές από τα παράσιτα. Τη μεγαλύτερη ανάγκη σε άζωτο την έχει το ελαιόδεντρο από την άνθιση μέχρι τη σκλήρυνση του κουκουτσιού.

Ο φωσφόρος είναι βασικό συστατικό ενζύμων και πρωτεϊνών και παίζει βασικό ρόλο στην αναπνοή. Βοηθάει την άνθιση, το δέσιμο των καρπών και επιταχύνει την ωρίμανση. Σπάνια υπάρχει έλλειψη φωσφόρου στα ελαιόδεντρα.

Το κάλιο αυξάνει την ανθεκτικότητα του ελαιόδεντρου στο ψύχος, στην ξηρασία και στις αρρώστιες που οφείλονται σε μύκητες και κυρίως στο Κυκλοκόνιο. Μαζί με το άζωτο βοηθούν στην αύξηση της παραγωγής. Όταν υπάρχει έλλειψη καλίου, τα φύλλα αποκτούν ένα πρασινοκίτρινο χρώμα και καστανόχρωμες κηλίδες στην άκρη τους.

Το ασβέστιο είναι συστατικό των κυτταρικών τοιχωμάτων και βοηθά στη σωστή θρέψη του δέντρου.

Το μαγνήσιο είναι από τα σημαντικότερα συστατικά της χλωροφύλλης. Όταν λείπει καθυστερεί η ανάπτυξη του δέντρου και πέφτουν τα φύλλα του.

Το βόριο βοηθά κυρίως να γίνονται οι διάφορες ορμονικές λειτουργίες. Όταν λείπει, τα φύλλα αποκτούν θαμπό χρώμα και στη συνέχεια πέφτουν. Οι κορυφές του δέντρου αρχικά αποκτούν μια περίεργη βλάστηση και στη συνέχεια ξεραίνονται.

Τα σύνθετα λιπάσματα προσφέρουν ευκολία στη λίπανση, αφού σε μια φορά μπορούμε να λιπάσουμε συγχρόνως με 2 ή 3 λιπάσματα. Οι αναλογίες είναι 1:1:1 ή 1:1,5:1 ή 1,5:1:1 ανάλογα με τις ανάγκες του εδάφους.

Όλα αυτά όμως, που αύξησαν τις στρεμματικές αποδόσεις τις τελευταίες δεκαετίες, έχουν και τις αρνητικές επιπτώσεις τους στο περιβάλλον. Εκατομμύρια τόνοι χημικών λιπασμάτων πέφτουν κάθε χρόνο στο έδαφος. Ένα μικρό μέρος το προσλαμβάνουν τα φυτά, ένα άλλο δημιουργεί σύμπλοκα στο χώμα και καινούριες ελλείψεις και τροφοπενίες, ένα άλλο εξαχνώνεται και επιστρέφει στον αέρα. Το μεγαλύτερο μέρος όμως καταλήγει και μολύνει το υπόγεια νερά και τις θάλασσες. Τα νιτρικά άλατα και το κάδμιο που περιέχουν τα λιπάσματα έχουν αποδειχτεί καρκινογόνα. Τα νιτρικά άλατα επίσης, που καλύπτουν το συντριπτικό μέρος όλων των λιπασμάτων δημιουργούν υπερτροφισμό στις θάλασσες. Αυτό σε συνδυασμό με τα φυτοφάρμακα που ξεπλένονται από τα εδάφη δημιουργεί ερήμωση της θαλάσσιας ζωής στο λακωνικό κόλπο, όπως ομολογούν αρκετοί ψαράδες και ψαροντουφεκάδες.

Η στροφή και εδώ σε ορθολογικότερες χρήσεις παραδοσιακούς τρόπους και βιολογικές καλλιέργειες συνιστάται και ενθαρρύνεται από την Ευρωπαϊκή Ένωση, αλλά και από ένα ευαισθητοποιημένο για το περιβάλλον και την ποιότητα ζωής καταναλωτικό κοινό.

Τα οργανικά λιπάσματα είναι πολύ χρήσιμα και όταν αποσυντίθενται δίνουν στο έδαφος άζωτο, φωσφόρο, κάλιο και πολλά χρήσιμα μικροστοιχεία. Από τα οργανικά λιπάσματα η πιο χρήσιμη είναι η κοπριά. Στα δροσερά και υγρά κλίματα συμφέρει η λίπανση σε μεγάλες ποσότητες, μέχρι και 6 τόνους ανά στρέμμα, κάθε 3-4 χρόνια. Στα ζεστά και ξηρά και στα μη ποτιζόμενα καλό είναι να λιπαίνουμε με κοπριά κάθε 2-3 χρόνια και σε ποσότητα μέχρι έναν τόνο ανά στρέμμα.

 

 

Απόβλητα ελαιουργείων – λιόζουμα

Απόβλητα, λιόζουμα, κατσίγαρος ή καλογέρια για την περιοχή των Μολάων. Ένα πρόβλημα με πολλές επιπτώσεις, περιβαλλοντικές και οικονομικές. Ή μήπως δεν είναι καν πρόβλημα;

Γενικά

Στην Ελλάδα - τρίτη ελαιοπαραγωγό χώρα στον κόσμο- λειτουργούν περίπου 3.000 ελαιουργεία τα οποία επεξεργάζονται κατά μέσο όρο 1.275.000 υπ ελαιόκαρπο ετησίως παράγοντας την ίδια περίπου ποσότητα υγρών αποβλήτων.

Τα ελαιουργικά συγκροτήματα διακρίνονται κυρίως σε δύο τύπους, τα κλασικά και τα φυγοκεντρικά. Η διαφορά τους εντοπίζεται στο στάδιο της απομάκρυνσης του ελαιοπυρήνα και της εξαγωγής του ελαιολάδου, όπου στα μεν κλασικά χρησιμοποιούνται διάφοροι τύποι υδραυλικών πιεστηρίων, στα δε φυγοκεντρικά, οριζόντιοι φυγοκεντρικοί διαχωριστήρες

Τα υγρά απόβλητα (κοινώς κατσίγαρος ή λιόζουμα ) - και στους δύο τύπους ελαιουργείων - αποτελούνται από τα υγρά του καρπού και τα νερά που χρησιμοποιούνται κατά την επεξεργασία του μέχρι την παραλαβή του ελαιολάδου.

Τα κύρια φυσικοχημικά και βιολογικά χαρακτηριστικά τους εξαρτώνται κυρίως από την τεχνική παραλαβής, αλλά επηρεάζονται επίσης και από την ποικιλία της ελιάς, τις κλιματολογικές συνθήκες, το στάδιο ωρίμανσης, τη φυσιολογία θρέψης την προσβολή από εχθρούς και παθογόνα, το σύστημα συλλογής και το χρόνο παραμονής του καρπού στο ελαιοτριβείο. Η σύνθεση του λιόζουμου ποικίλλει λοιπόν από ελαιοτριβείο σε ελαιοτριβείο, αλλά και στο ίδιο ελαιοτριβείο μεταξύ διαφορετικών παρτίδων ελαιοκάρπου.

Η παραγόμενη ποσότητα των αποβλήτων υπολογίζεται ως εξής:

■Ελαιόκαρπος (κιλά) Χ 0,65 λίτρα = απόβλητα για τα κλασικά ελαιουργεία

■Ελαιόκαρπος Χ 1,00 λίτρο = για τα φυγοκεντρικά ελαιουργεία

Βαθμός επικινδυνότητας

Από τις διάφορες απόψεις και μελέτες προκύπτει το συμπέρασμα ότι τα απόβλητα είναι κυρίως ενοχλητικά (λόγω οσμής και εμφάνισης) και λιγότερο επικίνδυνα, γιατί η επέμβαση του ανθρώπου στο ελαιοτριβείο δεν προσθέτει τίποτα άλλο από νερό στα φυσικά συστατικά του καρπού της ελιάς.

Τα υγρά απόβλητα των ελαιουργείων αν και δεν περιέχουν τοξικές ουσίες ή παθογόνους μικροοργανισμούς χαρακτηρίζονται από υψηλό ρυπαντικό φορτίο εξ' αιτίας των οργανικών ουσιών (σάκχαρα, φαινολικές ουσίες, πολυαλκοόλες, λιπαρά οξέα, πηκτίνες και λιπίδια) και αλάτων με υψηλή οξύτητα που περιέχουν. Υπάρχει λοιπόν κίνδυνος για την ποιότητα των υπόγειων νερών, που χρησιμοποιούνται για την ύδρευση.

Τα λιόζουμα έχουν ένα πολύ υψηλό οργανικό φορτίο που χρειάζεται οξυγόνο για να αποδομηθεί

Ειδικά το χημικά απαιτούμενο οξυγόνο για την αποδόμηση του φορτίου αυτού είναι μεγαλύτερο και από αυτό των αστικών αποβλήτων. Αυτό σημαίνει ότι εάν διοχετευτούν ανεπεξέργαστα λιόζουμα σε υδάτινους αποδέκτες (χείμαρρους, θάλασσα, λίμνες) δημιουργούνται εύκολα συνθήκες έλλειψης οξυγόνου οι οποίες είναι καταστροφικές για τους περισσότερους οργανισμούς. Τα θρεπτικά στοιχεία που συγχρόνως παρέχονται με τα λιόζουμα εντείνουν ακόμα περισσότερο το πρόβλημα αυτό λόγω της ταυτόχρονης ανάπτυξης φαινομένων ευτροφισμού.

Το πρόβλημα

Ο τεράστιος όγκος των αποβλήτων σε μικρό χρονικό διάστημα δημιουργεί τεράστιο αισθητικό πρόβλημα σε περιοχές με τουριστική ανάπτυξη, αλλά και στις υπόλοιπες περιοχές, όπου η ποιότητα ζωής των κατοίκων είναι το κύριο ζητούμενο. Το θέαμα των αποβλήτων, ιδιαίτερα το καλοκαίρι με τις ζέστες και τις δυσάρεστες οσμές, είναι έντονο και ενοχλητικό. Γίνεται αισθητό σε περιοχές όπως κατά μήκος του δρόμου Μολάων Συκιάς, μέσα σε ρέματα ή σε χώρους που θα μπορούσαν να είναι χώροι περιπάτου αισθητικής απόλαυσης και ομορφιάς. Κατά τα άλλα δεν έχουν παρατηρηθεί φαινόμενα τοξικότητας για τα δένδρα, που δίπλα τους πέφτουν τα λιόζουμα, το αντίθετο μάλιστα, όπως θα δούμε και πιο κάτω.

Μέθοδοι αντιμετώπισης.

Συμπύκνωση δια φυσικής εξατμίσεως

Η μέθοδος αποβλέπει στην απομάκρυνση του ύδατος που περιέχεται στα υγρά απόβλητα ελαιουργείων με φυσική εξάτμιση.

Συγκεκριμένα κατασκευάζονται εξατμισοδεξαμενές με τη βοήθεια αναχωμάτων σε σημεία που δεν υπάρχει μεγάλη περατότητα των εδαφών και δεν παρατηρούνται πολλές βροχοπτώσεις.

Σύμφωνα με πειραματικά δεδομένα, η μεγαλύτερη μείωση του οργανικού φορτίου των αποβλήτων επιτυγχάνεται μετά από παραμονή τους επί 3,5 μήνες σε υδατοστεγείς ανοιχτές λεκάνες, βάθους 1,2 - 1,5 μέτρων. Δεξαμενές βαθύτερες που φτιάχτηκαν από εργοστάσια της περιοχής μας έχουν πρόβλημα διαρκούς συσσώρευσης λιμναζόντων αποβλήτων, με κίνδυνο μόλυνσης των υπόγειων υδάτων.

Σημαντική βελτίωση της μεθόδου αποτελεί η προσθήκη οξειδίου του ασβεστίου με την οποία επιτυγχάνεται η αποφυγή οσμών και διευκολύνεται ο σχηματισμός ιζήματος.

Οι παράγοντες που πρέπει να εξετάζονται κατά την κατασκευή της εξατμισοδεξαμενής είναι:

ανά

• Κλιματολογικές συνθήκες

- Η εξάτμιση ανά μήνα.

- Η βροχόπτωση ανά μήνα (μέση-μέγιστη).

- Η μέση μηνιαία θερμοκρασία.

- Η μέση μηνιαία σχετική υγρασία.

- Οι συνήθως πνέοντες άνεμοι.

• Επιλογή εδάφους & θέσης

— Η εξασφάλιση στεγανότητας είναι αρκετά σημαντικός και κρίσιμος παράγοντας για την επιτυχή λειτουργία μίας εξατμισοδεξαμενής για να αποφευχθεί η προς τα κάτω διήθηση και μόλυνση υπόγειων υδροφορέων. Γι1 αυτό πρέπει να επιλέγονται εδάφη που εξασφαλίζουν μη διαπερατότητα (μικρό συντελεστή περατότητας).

— Το ανάγλυφο του εδάφους (επίδραση στους πνέοντες ανέμους).

Κόστος υλοποίησης της μεθόδου:

Εξαρτάται

α) Από το αν το ελαιοτριβείο βρίσκεται εντός ή εκτός οικισμού οπότε υπεισέρχεται το κόστος μεταφοράς (βυτία - αντλίες) των αποβλήτων στην περιοχή εγκατάστασης της εξατμισοδεξαμενής.

β) Από την περατότητα του εδάφους (απαιτείται χρήση μεμβρανών ή ειδική χωμάτινη επίστρωση για την εξασφάλιση στεγανότητας).

γ) Από τις επικρατούσες κλιματολογικές συνθήκες ανά περιοχή.

Σύμφωνα με τα παραπάνω προκύπτει ότι το κόστος κατασκευής μιας εξατμισοδεξαμενής κυμαίνεται από €3.000έως 15.000 (στην τιμή δεν περιλαμβάνεται η αξία του εδάφους που θα εγκατασταθεί).

Συμπεράσματα - Αξιολόγηση:

Η ευρεία εφαρμογή της εν λόγω μεθόδου στον ελλαδικό χώρο οφείλεται στο γεγονός ότι η εγκατάσταση εξατμισοδεξαμενής χαρακτηρίζεται από:

• Ευκολία κατασκευής και συντήρησης.

• Χαμηλό κόστος κατασκευής σε σχέση με άλλες μεθόδους, το οποίο μπορεί να αναλάβει το ελαιοτριβείο.

Εντούτοις παρουσιάζονται σημαντικά μειονεκτήματα κατά την εφαρμογή της μεθόδου. Συγκεκριμένα :

• Απαιτείται σχετικά μεγάλη εδαφική έκταση για την εγκατάσταση των δεξαμενών.

• Προβλήματα μόλυνσης υπόγειων υδροφορέων ή δυσοσμίας λόγω κακής κατασκευής, έλλειψης σωστής γεωτεχνικής μελέτης ή ακόμα και λόγω ακαταλληλότητας του εδάφους, (κακή επιλογή των πετρωμάτων της θέσης κατασκευής της δεξαμενής). Σε περιπτώσεις δε που οι κλιματολογικές συνθήκες και ιδιαίτερα οι συχνές και μεγάλες βροχοπτώσεις, δεν επιτρέπουν ταχεία ολοκλήρωση της εξάτμισης των αποβλήτων σε εύλογο χρόνο, πιθανώς να απαιτηθεί κάλυψη της δεξαμενής με ειδική θερμοκηπιακή κατασκευή, της οποίας το κόστος μπορεί να την καθιστά απαγορευτική.

• Τίθεται τέλος θέμα διαχείρισης του ιζήματος που απομένει, για την περαιτέρω αξιοποίηση του.

Μέθοδος επεξεργασίας & διαχείρισης υγρών αποβλήτων με βάση το σύστημα της υπερδιήθησης EHO

Έχει αναπτυχθεί στα πλαίσια ελληνογερμανικής συνεργασίας.

Στηρίζεται στην αρχή της άμεσης επεξεργασίας των αποβλήτων με στόχο την ανάκτηση τυχόν χρήσιμων υλών που περιέχονται σ' αυτά και την οικονομική τους εκμετάλλευσή τους.

Η μέθοδος ΕΗΟ βασίζεται στο γεγονός ότι κατά την εξάτμιση των λυμάτων γίνεται ταυτόχρονα ελεγχόμενη θερμική υδρόλυση και χημική οξείδωση των περιεχομένων στο νερό ουσιών. Σαν μέσο οξείδωσης χρησιμοποιείται συνήθως αέρας.

Τεχνική περιγραφή:

Η μονάδα θα αποτελείται από:

1) Μονάδα απολασπωτή για την απομάκρυνση της λάσπης από τα απόβλητα.

2) Μονάδα υπερδιήθησης κεραμικών μεμβρανών για την ανάκτηση των υπολοίπων λιπαρών.

3) Μονάδα ΕΗΟ για την αποτοξικοποίηση των αποβλήτων και

ανάκτηση πρώτης ύλης για φυτικό γράσσο, ή καύσιμο, ανόργανου λιπάσματος και καθαρού νερού.

4) Μεταφορικά μέσα και βοηθητικές μονάδες για την προεπεξεργασία των αποβλήτων την τυποποίηση των ανακατωμένων προϊόντων και τη βελτίωση του ανακατωμένου νερού (εφόσον κριθεί αναγκαία μια περαιτέρω επεξεργασία του).

Κόστος υλοποίησης της μεθόδου:

Μία μονάδα επεξεργασίας που καλύπτει τις ανάγκες ενός νομού με μέση ετήσια παραγωγή 1.400 τόνων λαδιού αποτελείται από 3 γραμμές, που η κάθε μία περιλαμβάνει: μονάδα απολάσπωσης, μονάδα υπερδιήθησης με κεραμικές μεμβράνες και μονάδα ΕΗΟ. Δεδομένα από την προμελέτη οικονομοτεχνικών της στοιχείων δείχνουν ότι υπάρχει ένα μεγάλο κόστος αρχικής επένδυσης, της τάξης των € 13 εκατ, και ένα ετήσιο κόστος λειτουργίας € 1 εκατομύριο, αλλά υπάρχει και σημαντικό οικονομικό όφελος από την ανάκτηση χρήσιμων υλών από τα απόβλητα.

Μέθοδος repasso ξαναπέρασμα)

Εφαρμόζεται εκτεταμένα στην Ισπανία (Ανδαλουσία), έχει μικρή εφαρμογή στην Ελλάδα και έγινε κάποια κίνηση για την εφαρμογή και στην περιοχή μας. Συνίσταται στην εξαγωγή του ελαιολάδου από εργοστάσια 2 φάσεων και στην επεξεργασία της ελαιοπυρήνας που προκύπτει, (με πολλά υγρά και διαφορετική σύσταση από ότι τώρα), από εργοστάσιο ξαναπεράσματος, για την εξαγωγή επιπλέον ποσότητας ελαιολάδου και την επεξεργασία του υπόλοιπου υλικού.

Η συμβολή της συγκεκριμένης τεχνολογίας στην προστασία του περιβάλλοντος αφορά κυρίως την μείωση του όγκου των παραγόμενων αποβλήτων και την άρση της αναγκαιότητας χρήσης μεγάλων ποσοτήτων νερού κατά την παραλαβή

του ελαιολάδου. Επίσης περιορίζεται η κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας νια την θέρμανση του νερού που προστίθεται στην επεξεργασία του ελαιοκάρπου και αυξάνεται η δυναμικότητα του ελαιοτριβείου.

Η ποιότητα του ελαιολάδου που παράγεται τόσο από τα ελαιοτριβεία δύο φάσεων όσο και από τις μονάδες επεξεργασίας της ελαιοπυρήνας που προκύπτει, αποτελεί επίσης ζήτημα προς διερεύνηση. Το ελαιόλαδο, λόγω της πολύ περιορισμένης χρήσης νερού που γίνεται στα decanters των ελαιοτριβείων, παρουσιάζει αυξημένη περιεκτικότητα σε πολυφαινολικές ενώσεις και σε ο-διφαινόλες. Αυτό σημαίνει ότι το τελικό προϊόν έχει περισσότερα αντιοξειδωτικά κι έτσι εμφανίζει μεγαλύτερη σταθερότητα στη συντήρηση και στη διάρκεια αποθήκευσης. Από την άλλη πλευρά, το λάδι των repasso, ενώ αποτελεί σημαντικό οικονομικό έσοδο για τις μονάδες επεξεργασίας ελαιοπυρήνας από ελαιοτριβεία δύο φάσεων, δεν μπορεί σύμφωνα με την κοινοτική νομοθεσία να χαρακτηριστεί ως «παρθένο». Το λάδι αυτό δεν παραλαμβάνεται απευθείας από τον καρπό της ελιάς και για την απόκτηση του μεσολαβεί φυγοκέντρηση της ελαιοπυρήνας σε υψηλές θερμοκρασίες.

Ειδικά όσον αφορά την πιθανή λύση της αξιοποίησης της ελαιοπυρήνας ως έχει για ζωοτροφή, υπάρχουν σημαντικές δυσχέρειες εφαρμογής της εξαιτίας ακριβώς της χαμηλής πεπτικότητας ενός τέτοιας σύνθεσης υλικού.

Απαιτείται λοιπόν προηγούμενη επεξεργασία της, ή με διαδικασίες ενσίρωσης.

Όσον αφορά το τελικό ημιστερεό απόβλητο ή πούλπα, το οποίο παράγεται σε μεγάλες ποσότητες κι έχει αυξημένη υγρασία (60-70%), η διαχείριση του παραμένει ζήτημα προς διερεύνηση. Προς το παρόν γίνονται δοκιμές στο εξωτερικό για τη βιομετατροπή του σε οργανικό υπόστρωμα - βελτιωτικό εδάφους με διαδικασίες κομποστοποίησης (δηλ. αερόβιας επεξεργασίας με θερμόφιλους μικροοργανισμούς), χωρίς όμως να έχουν ακόμη κοινοποιηθεί αποτελέσματα. Στην χώρα μας υλοποιούνται σχετικά πειράματα στο Ινστιτούτο Ελαίας &. Οπ/κων Καλαμάτας.

Παράλληλα, διεθνώς διερευνάται και το ενδεχόμενο καύσης του για παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας. Η τελευταία λύση πρόκειται να εφαρμοστεί στην Ισπανία (Ελ Ταχάρ) όπου έχει σχεδιαστεί να λειτουργήσει μονάδα συγκέντρωσης των αποβλήτων ελαιοτριβείων δύο φάσεων από μια ιδιαίτερα διευρυμένη περιοχή. Στην Ελληνική πραγματικότητα όμως προβληματίζουν έντονα η δυνατότητα συλλογής των επιμέρους ποσοτήτων από όλες τις μονάδες επεξεργασίας στην κεντρική μονάδα καύσης, η οικονομικότητα του εγχειρήματος, οι ιδιαιτερότητες οργάνωσης και κατανομής των υφιστάμενων ελαιοτριβείων, κλπ.

Συμπερασματικά, η λειτουργία των ελαιοτριβείων δύο φάσεων εμφανίζει το σημαντικό πλεονέκτημα της σχεδόν πλήρους εξάλειψης της παραγωγής υγρών αποβλήτων (αν και ορισμένα νέα -βελτιωμένα τεχνολογικά- ελαιοτριβεία τριών φάσεων αντιμετωπίζουν επιτυχώς το πρόβλημα με χρήση πολύ περιορισμένων ποσοτήτων νερού). Το ελαιόλαδο που παράγεται έχει αυξημένη περιεκτικότητα σε αντιοξειδωτικές ουσίες, ενώ το άλλο προϊόν, (δηλ. η ελαιοπυρήνα) δεν μπορεί λόγω υψηλής υγρασίας να επεξεργαστεί από τα υφιστάμενα πυρηνελαιουργεία.Έτσι δημιουργείται η ανάγκη κατασκευής νέων ειδικών μονάδων επεξεργασίας της ελαιοπυρήνας, που παράγουν ως τελικό παραπροϊόν ένα δύσκολα βιοποδομήσιμο υλικό με υψηλή υγρασία και περιεκτικότητα σε περιβαλλοντικά επιβαρυντικές ενώσεις. Ο χειρισμός του αποτελεί το νέο πρόβλημα-πρόκληση τόσο για τους επιστήμονες που ασχολούνται με τον τομέα όσο και για όλους τους εμπλεκόμενους στον τομέα του ελαιολάδου. Ορισμένοι επιχειρηματίες έχουν ήδη αναζητήσει την συνδρομή ξένων ιδιωτικών εταιρειών και πληροφορούμαστε πως έχουν

καταλήξει σε προτάσεις-λύσεις στα ζητήματα της καύσης του αποβλήτου αλλά και της μετατροπής του σε εδαφοβελτιωτικό. Κι ενώ το πρώτο μπορεί να επιτευχθεί τεχνικά μέσω επεξεργασίας του υλικού σε ειδικά ξηραντήρια και της αύξησης της θερμιδικής του αξίας, το δεύτερο προϋποθέτει την προηγούμενη υλοποίηση κατάλληλα σχεδιασμένων δοκιμών σε υπαίθριες και θερμοκηπιακές καλλιέργειες.

Η σημερινή κατάσταση.

Όλα σχεδόν τα εργοστάσια πετούν τα απόβλητά τους σήμερα ανεπεξέργαστα ή με ελάχιστη επεξεργασία (ασβέστωμα) σε χωράφια ή ρεματιές,. Θα έλεγε κανείς ότι ακολουθούν την μέθοδο συμπύκνωσης και φυσικής εξάτμισης, αν δεν ακουγόταν αυτό σαν ειρωνεία της σημερινής άναρχης πραγματικότητας.

Ειδικά στον κάμπο των Μολάων οδηγούνται τελικά όλα το λιόζουμα στην φυσική απορροή του κάμπου, στην τρύπα της καταβόθρας, και από εκεί βαθιά στην θάλασσα προς την πλευρά του Αιγαίου. Αυτό έδωσε αφορμή στο ΙΓΜΕ να προτείνει έναν τρόπο οργανωμένης διαχείρισης των αποβλήτων αυτών, αλλά και των αστικών αποβλήτων, σαν μια καλή προσωρινή λύση του μεγάλου προβλήματος. Το σχέδιο που προτείνει είναι απλό και οικονομικό. Συνίσταται στην απόρριψή τους, μετά μια πρωτογενή επεξεργασία, σε γεώτρηση κοντά στην τρύπα, και η αργή μεταφορά τους με τον τρόπο αυτό μέχρι την θάλασσα. Τα υδροφόρα στρώματα στην περιοχή αυτή δεν αξιοποιούνται για ύδρευση ή άρδευση λόγω υψηλής αλατότητας. Έτσι δεν υπάρχει επιβάρυνση του υδροφόρου ορίζοντα, που υπάρχει ούτως ή άλλως σήμερα που πετιόνται οπουδήποτε, ούτε κάποια άλλη περιβαλλοντική επίπτωση στον περιβάλλοντα χώρο ή στην θάλασσα.

Μια άλλη απλή και κάπως παρεξηγημένη λύση που αξίζει ιδιαίτερα να δοκιμαστεί είναι η εφαρμογή των λιόζουμων σε ελαιώνες μετά από την επιβεβλημένη ασβέστωση («φερτάρδευση»). Η συσσωρευμένη σχετική εμπειρία είναι πολύ θετική και υποστηρίζεται από πλήθος πειραματικών δεδομένων στον αγρό.

Κάτι τέτοιο δεν πρέπει να ξαφνιάζει αφού:

α. Τα λιόζουμα είναι προϊόν φυσικής επεξεργασίας χωρίς προσθήκη ή υπολείμματα συνθετικών χημικών ουσιών. Β. Έχουν μεγάλη λιπαντική αξία, λόγω των αυξημένων συγκεντρώσεων καλίου, φωσφόρου και ιχνοστοιχείων που περιέχουν, και μπορούν να εμπλουτίσουν τα φτωχά ελληνικά εδάφη σε οργανική ουσία και γ. Η πλειονότητα των γεωργικών εδαφών δρουν ως ενεργά συστήματα αποικοδόμησης - βιομετατροπής οργανικών φορτίων φυτικής προέλευσης. Το δυσεπίλυτο αλλά όχι αξεπέραστο πρόβλημα της μεταφοράς και διανομής των λιόζουμων στο χωράφι παραμένει, αλλά σίγουρα αξίζει να ξεκινήσει μία πρώτη προσπάθεια, ειδικά από μικρά και απομονωμένα ελαιοτριβεία. Αρχικά, ορισμένοι δημόσιοι ή κοινωφελούς προσανατολισμού φορείς ή συνεταιρισμοί, θα μπορούσαν να διαθέσουν μικρούς ελαιώνες για την πιλοτική εφαρμογή αυτής της λύσης.

 

 

 

 

 

 

Παραγωγή – τιμές: Τάσεις και προοπτικές

Στοιχεία για την παραγωγή του λαδιού για την τελευταία δεκαετία από τον ελαιουργικό συν/σμό Μεταμόρφωσης

Έτος

Παραγωγή (Kgr)

1992/93

295745

1993/94

281242

1994/95

366865

1995/96

295317

1996/97

486385

1997/98

346014

1998/99

527099

1999/00

336937

2000/01

576213

2001/02

260296

2002/03

491365

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Πηγή: Ελαιουργικός συνεταιρισμός Μεταμόρφωσης

 

 

 

Στοιχεία για την παραγωγή του λαδιού και τις μέσες τιμές διάθεσης για την τελευταία δεκαετία από τον ελαιουργικό συν/σμό Μολάων

 

 

.

Πηγή : Λογιστικό γραφείο Κώστα Βλάχου

 

 

Στοιχεία για την παραγωγή του λαδιού και τις μέσες τιμές διάθεσης από τον ελαιουργικό συν/σμό Αγίων Αποστόλων

 

 

Πηγή : Λογιστικό γραφείο Κώστα Βλάχου.

 

Κάποια συμπεράσματα (από τα στοιχεία και από συζητήσεις με γεωπόνους, συνεταιριστές, αγρότες) :

Υπάρχει μια συνεχής αύξηση της παραγωγής, σαν αποτέλεσμα πολλών νέων δένδρων, που διαρκώς φυτεύονται

Οι πραγματικές τιμές πώλησης παραμένουν στα ίδια περίπου επίπεδα, αν εξαιρέσουμε τις συγκυρίες κάποιων ‘πολύ καλών’ ή κακών ετών.

Το κόστος παραγωγής, με τα συνεχώς βελτιούμενα μηχανικά μέσα ελαιοσυλλογής και καλλιέργειας, παραμένει χαμηλό και διαρκώς καλυτερεύει. Τα φτηνά εργατικά χέρια επιπλέον, παρά την κάποια αύξηση στα μεροκάματα των ξένων εργατών τα τελευταία χρόνια, συμβάλει σε χαμηλό κόστος παραγωγής, σε σχέση με παλιότερα χρόνια.

Η επιδότηση από την Ευρωπαϊκή Ένωση, το 1/3 περίπου της τιμής πώλησης, αποτελεί ένα σημαντικό έσοδο για τους ελαιοπαραγωγούς. Ίσως όχι όσο δικαιούνται ή θα μπορούσαν να πάρουν, αφού η περιοχή μας είναι από τις ελάχιστες στην Ελλάδα, που δεν «πανωγράφουν». Είναι γνωστό ότι με την τεχνητή διόγκωση της παραγωγής, κάτι που γίνεται όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά και σε άλλες ελαιοπαραγωγές χώρες, μικραίνει, γιατί μοιράζεται, το ποσό της επιδότησης.

Είναι γενική η πεποίθηση ότι το ‘παιχνίδι’ στο μέλλον θα παιχθεί στην ποιότητα του λαδιού και την κατάλληλη προβολή και διαφήμιση των συγκριτικών πλεονεκτημάτων του τόπου μας.

 

 

 

Βιολογική καλλιέργεια της ελιάς

 

 

 

Εισαγωγή γενικά

Ο άνθρωπος καλλιεργεί την γη εδώ και αρκετές χιλιάδες χρόνια. Οι μέθοδοι και οι τεχνολογίες που χρησιμοποιούνταν μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα παρέμεναν σχεδόν ίδιες, πρωτόγονες θα μπορούσε να πει κανείς, και η παραγωγικότητα χαμηλή. Μόνο μετά το 2ο παγκόσμιο πόλεμο αρχίζει μαζικά η χρησιμοποίηση αγροχημικών (λιπασμάτων και φυτοφαρμάκων) βελτιωμένων ποικιλιών φυτών και ζώων, σύγχρονων μηχανικών μέσων και συστημάτων άρδευσης, με συνέπεια να έχουμε σημαντική βελτίωση των αποδόσεων των καλλιεργούμενων φυτών και των εκτρεφόμενων ζώων και παράλληλα μία κατακόρυφη αύξηση της παραγωγής αγροτικών προϊόντων. Αυτό το φαινόμενο ονομάστηκε πράσινη επανάσταση. Διαπιστώθηκε ότι για τον διπλασιασμό της παραγόμενης ποσότητας προϊόντων χρειάστηκε δεκαπλασιασμός ποσοτήτων χημικών μέσων.

Ο συγκεκριμένος τρόπος παραγωγής έχει χαρακτηρισθεί ως συμβατικός τρόπος παραγωγής και αντίστοιχα η γεωργία ως συμβατική γεωργία.. Σε αντιδιαστολή με την συμβατική, η βιολογική γεωργία (σύμφωνα με τον κοινοτικό κανονισμό 2092/91) είναι το σύστημα διαχείρισης της γεωργικής εκμετάλλευσης που συνεπάγεται σημαντικούς περιορισμούς ως προς την χρησιμοποίηση λιπασμάτων και γεωργικών φαρμάκων. Αυτή η μέθοδος παραγωγής εφαρμόζει καλλιεργητικές πρακτικές διαφορετικές από την συμβατική και αποσκοπεί στην προστασία του περιβάλλοντος και την προώθηση μίας βιώσιμης ανάπτυξης της γεωργίας.

Προβλήματα της συμβατικής γεωργίας

Η μη ορθολογική χρήση των εισροών (λιπάσματα, φυτοπροστατευτικά προϊόντα) δημιούργησε προβλήματα υποβάθμισης των φυσικών πόρων (έδαφος, νερό, αέρας). Ιδιαίτερη σημασία έχει ο κύκλος του αζώτου για τα τεχνητά οικοσυστήματα λόγω του ότι τα νιτρικά, είτε προέρχονται από την φυσική λιπασματοποίηση της οργανικής ύλης είτε από τα χρησιμοποιούμενα λιπάσματα, δεν συγκρατούνται από τα εδαφικά κολλοειδή και μεταφέρονται στους υπόγειους υδάτινους ταμιευτήρες, με τις γνωστές για το περιβάλλον συνέπειες.

Η εφαρμογή της συμβατικής γεωργίας οδήγησε σε ορισμένες περιπτώσεις στην υποβάθμιση των συντελεστών παραγωγής (έδαφος, νερό).Διάβρωση, απώλεια βιοποικιλότητας, ρύπανση φυσικών πόρων είναι τα σπουδαιότερα περιβαλλοντικά προβλήματα λόγω της εντατικοποίησης της αγροτικής παραγωγής.

Η διάβρωση αποτελεί τo βασικότερο παράγοντα για την ερημοποίηση, και σε συνδυασμό με την υπερβόσκηση οδηγεί σε επιτάχυνση της καταστρεπτικής διαδικασίας. Η υπερεκμετάλλευση συντελείται με την υπερχρησιμοποίηση αγροχημικών στο πλαίσιο της συμβατικής γεωργίας. Τα προβλήματα είναι νιτρορύπανση, ρύπανση νερών με κατάλοιπα φυτοπροστατευτικών προϊόντων, υπολείμματα στα τρόφιμα. Αυτή είναι η ορατή πλευρά γιατί υπάρχει και η αόρατη που συνίσταται αφενός στην δημιουργία πληθυσμών με ανθεκτικότητα στα χημικά και διαταραχή του οικοσυστήματος αφετέρου. Έτσι δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος με ολοένα και μεγαλύτερη ανάγκη χρήσης φυτοπροστατευτικών ουσιών. Η υπερεντατικοποίηση περιλαμβάνει αφύσικες διαδικασίες. Η προσπάθεια εξασφάλισης της μέγιστης παραγωγής με υπερλιπάνσεις, αυστηρά κλαδέματα, συνεχή φυτοφαρμακευτκή κάλυψη κ.α., πέρα από τα προβλήματα ρύπανσης για τα οποία δεν υπάρχει ακόμα μέθοδος εκτίμησης του κόστους τους, αφαιρεί επιπλέον από τον φυτικό οργανισμό κάθε δυνατότητα να αναπτύξει και να θέσει σε λειτουργία τους δικούς του μηχανισμούς αυτοάμυνας και επιβίωσης. Στην περίπτωση αυτή διαμορφώνεται ένα περιβάλλον αποστειρωμένο και για το λόγο αυτό απολύτως εχθρικό, χωρίς ζωντανό έδαφος, χωρίς συμμάχους για το φυτό και χωρίς τις απαραίτητες αλληλεξαρτήσεις με τα υπόλοιπα έμβια.

Ευρωπαϊκή πολιτική

Τα κύρια γνωρίσματα των κανονισμών 2092/91 και 2078/92 οι οποίοι οριοθετούν τους τρόπους παραγωγής της βιολογικής καλλιέργειας είναι μέσα στο πνεύμα της βιολογικής καλλιέργειας, όπως αυτό φαίνεται από την διακήρυξη της I.F.O.A.M. (Διεθνής Ομοσπονδία Κινημάτων Οργανικής Γεωργίας).

Σύμφωνα με την I.F.O.A.M., οι πρωταρχικοί στόχοι της γεωργίας είναι:

1. Να διεξάγεται κατά το δυνατόν μέσα σ' ένα κλειστό σύστημα και να χρησιμοποιεί τοπικούς πόρους

2. Να διατηρεί μακροχρόνια την γονιμότητα του εδάφους

3. Να αποφεύγει όλες τις μορφές ρύπανσης που μπορεί να προέλθουν από τις γεωργικές τεχνικές

4. Να παράγει τροφές θρεπτικής αξίας σε επαρκείς ποσότητες

5. Να μειώνει στο ελάχιστο τη χρήση ενέργειας από ορυκτά καύσιμα

6. Να προσφέρει σε όλα τα αγροτικά ζώα συνθήκες διαβίωσης που να ανταποκρίνονται στις ψυχολογικές τους ανάγκες και στις ηθικές αρχές

7. Να επιτρέπει στους παραγωγούς αξιοπρεπή πρόσοδο και ικανοποίηση από την εργασία τους.

8. Να διατηρεί θετική σχέση με το περιβάλλον σε όλα τα επίπεδα.

Πρέπει όμως να σημειώσουμε εδώ ότι και με την προσέγγιση της βιολογικής γεωργίας παραμένει ο ίδιος στόχος του συμβατικού τρόπου παραγωγής δηλαδή της μεγιστοποίησης της παραγωγικότητας. Μία πρώτη ένσταση για την εφαρμογή τεχνικών βιολογικής καλλιέργειας προέρχεται εκ μέρους των παραγωγών, οι οποίοι φοβούνται μία πτώση της παραγωγικότητας των εκτάσεων που καλλιεργούν. Σε μια πρώτη προσέγγιση μπορούμε να πούμε ότι δεν ισχύει, γενικά, κάτι τέτοιο, ειδικότερα δε για την ελιά. Επιπλέον οι ενισχύσεις που δίνονται από την ευρωπαϊκή ένωση, οι υψηλότερες τιμές στην αγορά των βιολογικών προϊόντων, αλλά και τα οφέλη για το περιβάλλον που ζούμε και μια διαφορετική στάση ζωής είναι τα ασύγκριτα πλεονεκτήματα της βιοκαλλιέργειας.

Στο πνεύμα της φιλοσοφίας που αναφέραμε προηγουμένως και με γνώμονα τις διαφορετικές πρακτικές που συνεπάγεται η μετατροπή της συμβατικής καλλιέργειας σε βιολογική κινούνται οι δύο αυτοί Κανονισμοί της Ε.Ε.. Η θέσπιση τους αποτελεί αφενός αναγνώριση σε κοινοτικό επίπεδο αυτού του τρόπου παραγωγής, αφετέρου και κυρίως ορίζει τις υποχρεώσεις των παραγωγών ώστε να εξασφαλίζεται ο καταναλωτής ως προς την ποιότητα των παραγόμενων προϊόντων. Παράλληλα, ανάλογα με την περίπτωση και το είδος καλλιέργειας, ορίζει την αντίστοιχη κοινοτική ενίσχυση (2078/92), η οποία αποτελεί ένα επιπλέον έσοδο, άρα κίνητρο για τους ενδιαφερόμενους καλλιεργητές

Ορίζονται οι κανόνες παραγωγής, τυποποίησης, εμπορίας (εντός και εκτός Κοινότητας), σήμανσης βιολογικών προϊόντων. Επίσης εξασφαλίζεται ο έλεγχος σε όλα τα στάδια παραγωγής και διακίνησης μέσω των αρμόδιων εγκεκριμένων οργανισμών ελέγχου και πιστοποίησης. Στις μεθόδους παραγωγής ορίζονται και οι ουσίες που επιτρέπονται για την λίπανση όπως και οι επιτρεπόμενες για τη φυτοπροστασία ουσίες. Υπενθυμίζουμε ότι απαγορεύεται η χρήση αγροχημικών και η ανίχνευση τέτοιων ουσιών π.χ. υπολείμματα φυτοφαρμάκων αποκλείει ένα προϊών από την πιστοποίηση του ως βιολογικό.

συμπεράσματα εκτιμήσεις

Είναι προφανή τα οφέλη που μπορεί να αποκομίσουν οι παραγωγοί και καταναλωτές με την μετατροπή των καλλιεργειών σε οργανικές. Πολύ συνοπτικά θα μπορούσαμε να πούμε ότι με την βιολογική γεωργία επιτυγχάνονται: Προστασία του περιβάλλοντος καθώς αποκαθίσταται η γονιμότητα του εδάφους, εξασφαλίζεται η βιοποικιλότητας και αποφεύγεται η διάβρωση του και οι καταστρεπτικές συνέπειες της (ερημοποίηση). Παραγωγή προϊόντων υψηλής ποιότητας και επομένως προστασία της υγείας του καταναλωτή. Ικανοποιητικό εισόδημα στον ασχολούμενο αγρότη με ταυτόχρονη εξασφάλιση της συνοχής των τοπικών κοινοτικών της ελληνικής υπαίθρου, ιδιαίτερα των ορεινών μειονεκτικών περιοχών. Επίτευξη της αειφορικής ανάπτυξης, δηλαδή αυτής της μορφής ανάπτυξης, η οποία εξασφαλίζει και τις επόμενες γενιές χωρίς να υποθηκεύει το μέλλον.

Για να συμβούν αυτά θα πρέπει η απαιτούμενη δραστηριότητα των αρμόδιων φορέων να εστιαστεί στην παραγωγή και στην προώθηση των προϊόντων πιο συγκεκριμένα θα πρέπει να προσελκυσθούν νέοι παραγωγοί μέσω διοργάνωσης ενημερωτικών εκδηλώσεων και έκδοσης και προώθησης ενημερωτικού υλικού. Χρειάζεται να αντιληφθούν ότι ένας νέος τομέας ανοίγεται μπροστά τους με μεγάλες ευκαιρίες για επιτυχημένες και κυρίως προσοδοφόρες επιχειρηματικές δράσεις. Παράλληλα πρέπει να οργανωθεί η προώθηση της ελληνικής βιολογικής παραγωγής στις αγορές του εξωτερικού. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί μέσω της δημιουργίας ενώσεων παραγωγών βιολογικών προϊόντων, οι οποίες θα αναπτύξουν συνεργασία και αλληλοενημέρωση σε τοπικό ή εθνικό επίπεδο και την δημιουργία τοπικών ή εθνικών δικτύων διανομής.

Ειδικότερα για την ελαιοκαλλιέργεια, λόγω της βιολογικής και γενικότερα ιστορικής και πολιτιστικής αξίας του προϊόντος, αλλά και της ευκολίας μετατροπής της καλλιέργειας σε βιολογική, τα συγκριτικά πλεονεκτήματα σε μια απαιτητική ευρωπαϊκή αγορά θα είναι πολλά.

 

Από τη συζήτηση των μαθητριών Κιμπιζή Παναγιώτας, Κωστίνα Αναστασίας και Κωνστανταρίδη Κωνσταντίνας με τον γεωπόνο Χρήστο Γεωργακόπουλο

ΘΕΜΑ: ΒΙΟΛΟΓΙΚΗ ΓΕΩΡΓΙΑ.

Σκοπός: Η παραγωγή αγροτικών προϊόντων ακολουθώντας μεθόδους τέτοιες που δεν απαιτούν τη χρήση χημικών εισροών από τον παραγωγό.

Μέσα επιτεύξεως του σκοπού:

1.Θρέψη φυτών.

1.1._Χρήση φυτικών και ζωικών υπολειμμάτων, όπως κλαδιά, κοπριά, άχυρα.

1.2._Οργανικά υλικά του εμπορίου που κυκλοφορούν με τη μορφή τής συμπυκνωμένης κοπριάς και χαρακτηρίζονται στην περιγραφή τους ως <<πλούσια σε οργανική ουσία>>.

1.3._Λιπάσματα του εμπορίου, τα οποία όμως δεν είναι προϊόντα χημικών βιομηχανιών, αλλά αποτελούν προϊόντα λειοτριβημένων πετρωμάτων, όπως τα Θειϊκά Καλιομαγνήσια (SUL-PO-MAG και PATENTKAHLI).

Σημείωση: Προκειμένου για τις ανωτέρω αναγραφόμενες Κατηγορίες 1.2 & 1.3, οι οποίες αναφέρονται σε υλικά που κυκλοφορούν στο εμπόριο, υπάρχει κατάλογος ειδικός που περιλαμβάνονται όλα αυτά τα υλικά και ο οποίος βεβαίως ανανεώνεται κατά καιρούς.

2.Φυτοπροστασία.

Η θεμελιώδης αρχή της βιολογικής γεωργίας σ’ότι αφορά τη φυτοπροστασία, είναι το να προλαμβάνουμε αντί να θεραπεύουμε.

2.1._Συγκαλλιέργεια περισσοτέρων του ενός φυτικών ειδών στο ίδιο βιολογικό αγρόκτημα, με σκοπό να αξιοποιηθούν οι φυσικοί εχθροί και οι φυσικές ασθένειες των εχθρών και των ασθενειών των καλλιεργούμενων φυτών. Μπορεί δηλαδή μία αρρώστια ενός φυτού Α, να δύναται να τιθασευτεί από ένα φυσικό παράσιτο το οποίο όμως ευδοκιμεί σε περιβάλλον ενός καλλιεργούμενου φυτού Β. Συγκαλλιέργεια των δύο αυτών φυτικών ειδών Α και Β, θα μπορούσε να οδηγήσει σε αμοιβαία συγκράτηση της πληθυσμιακής αύξησης των μολυσμάτων εκείνων που προκαλούν τις διάφορες αρρώστιες στα φυτά.

2.2._Απελευθέρωση με ψεκασμό ή με ειδικές εστίες, παρασίτων τα οποία παρασιτούν και αρρωσταίνουν τις αρρώστιες. Αυτό γίνεται σε διαπιστωμένη προσβολή από κάποια ασθένεια ή κάποιον εχθρό, ώστε να μην καταφύγουμε σε χρήση χημικού φυτοφαρμάκου.

2.3._Χρήση σκευασμάτων φυτοπροστασίας, τα οποία χρησιμοποιούνται και στη συμβατική γεωργική πράξη, τα οποία όμως θεωρούνται <<ήπια>> και ως εκ τούτου επιτρέπονται στην βιοκαλλιέργεια. Υπάρχει κατάλογος αυτών των σκευασμάτων φυτοπροστασίας, αντίστοιχος με αυτόν που υπάρχει για τα υλικά θρέψεως.

3.Ζιζανιοκτονία.

Δεν επιδιώκεται η πλήρης εξάλειψη της φυσικής βλάστησης, διότι σε φυτά που θεωρούνται ζιζάνια στην συμβατική γεωργία, μπορεί να αναπτύσσονται οργανισμοί – έντομα κυρίως – οι οποίοι να εφορμούν επί των βλαβερών, για τα καλλιεργούμενα στο βιολογικό αγρόκτημα φυτά, εντόμων.

3.1._Κατάργηση της χημικής ζιζανιοκτονίας. Καταστροφή των ζιζανίων με συνδυασμό κατεργασίας εδάφους και βόσκησης αγροτικών ζώων, διατρεφομένων και σταυλιζομένων στο βιολογικό αγρόκτημα, ή και σε συνεργαζόμενους κτηνοτρόφους.

3.2._Καλλιέργεια φυτών για παραγωγή ή βοσκή, στο έδαφος του βιολογικού αγροκτήματος, με σκοπούς τόσο την πλήρη αξιοποίηση του εδάφους, όσο και την παρεμπόδιση αναπτύξεως των ανεπιθύμητων φυτικών ειδών, δηλαδή των ζιζανίων.

Τεχνικός Σχολιασμός Γεωργικής Πρακτικής.

Η παρουσία του βιοκαλλιεργητή στο αγρόκτημα απαιτείται να είναι συνεχής, τουλάχιστον μία φορά την ημέρα.

Το επίπεδο γνώσεων του βιοκαλλιεργητή, σχετικά με τα καλλιεργούμενα φυτικά είδη, αλλά και τα υπό εκμετάλλευσιν ζώα, θα πρέπει να βελτιώνεται συνεχώς, με κριτική άποψη έναντι των διαδοχικών τεχνικών δυσκολιών που θα εμφανίζονται κατά την υλοποίηση της βιοκαλλιέργειας.

Η συνεργασία με γεωπόνους τεχνικούς συμβούλους, που ασχολούνται με την παρακολούθηση και άλλων βιοκαλλιεργητικών αγροκτημάτων, καθώς επίσης και με άλλους βιοκαλλιεργητές προς ανταλλαγήν πρακτικής εμπειρίας, μπορεί αφ’ ενός μεν να δώσει λύσεις σε άμεσα προβλήματα, αφ’ ετέρου δε να οξύνει τον προβληματισμό σχετικά με την αντιμετώπιση παρεμφερών προβλημάτων στο μέλλον.

Όσο πιο μεγάλη έκταση καταλαμβάνει ένα εννιαίο βιολογικό αγρόκτημα, τόσο πιο εύκολο είναι να εφαρμοστούν στην πράξη οι αρχές της βιολογικής γεωργίας. Είναι δηλαδή πολύ ευκολότερο να προληφθεί δακοπροσβολή σ’ έναν ελαιώνα 200 στρεμμάτων, παρά σ’ έναν ελαιώνα 20 στρεμμάτων.

Δυνατότητες μεταβάσεως σε βιοκαλλιέργεια.

Ο ενδιαφερόμενος θα πρέπει να κάνει τις σχετικές αιτήσεις προς το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων (πρώην Υπουργείο Γεωργίας) και προς το Γραφείο Πιστοποίησης που επιθυμεί, συνοδευόμενες από καλλιεργητικά σχέδια που θα έχει συντάξει Γεωπόνος – Ιδιώτης.

Προβλέπεται οικονομική ενίσχυση των βιοκαλλιεργητών, προερχόμενη από την Ευρωπαϊκή Ένωση, για τη μετατροπή μιάς αγροτικής εκμεταλλεύσεως από συμβατική σε βιολογική. Η οικονομική αυτή ενίσχυση υπολογίζεται ανά στρέμμα και εξαρτάται από το είδος της καλλιέργειας.

Καλλιέργεια

 

€/Ha

Eλαιώνες ελαιοπαραγωγής

722,00

Ελαιώνες για επιτραπέζια ελιά

900,00

Κρόκος

900,00

Αμπέλια

900,00

Δενδρώδεις μηλοειδή, πυρηνόκαρπα

900,00

Ακρόδρυα (καστανιές, φουντουκιές, καρυδιές)

400,00

Εσπεριδοειδή

900,00

Κηπευτικά, μποστανικά, σπαράγγι, φράουλες

600,00

Αρδευόμενες αροτραίες

600,00

Σιτηρά, όσπρια, ξηρικές καλλιέργειες

335,00

Αρωματικά-Φαρμακευτικά

335,00

Υποχρεώσεις βιοκαλλιεργητή.

Ο καταναλωτής είναι ως γνωστόν ο τελικός αποδέκτης του προϊόντος της βιολογικής γεωργίας. Ο καθοριστικός λοιπόν παράγων για το αν ο καταναλωτής επιλέξει – και βεβαίως ακριβοπληρώσει – το προϊόν της βιοκαλλιέργειας, είναι η εξασφαλισμένη σιγουριά, ότι εκεί μακριά από την πόλη στο χωράφι, ο άγνωστος αγρότης παραγωγός, πράγματι ακολουθεί τις αρχές της βιοκαλλιέργειας – όπως έχουν αυτές γίνει γνωστές στον άνθρωπό της πόλης. Μόνον όταν σιγουρευτεί γι’ αυτό θα αποφασίσει να στραφεί προς το υψηλότερης λιανικής τιμής βιολογικό προϊόν. Το ζήτημα συνεπώς που έχει πρωτεύουσα σημασία για τον αστό καταναλωτή βιολογικών αγροτικών προϊόντων, είναι ο αυστηρός έλεγχος σ’ όλη τη διάρκεια της καλλιεργητικής περιόδου, για το αν και κατά πόσον τηρούνται ανελλιπώς οι αρχές της βιολογικής γεωργίας, στο συγκεκριμένο αγρόκτημα όπου παρήχθησαν τα τρόφιμα που ενδιαφέρεται να αγοράσει ακριβοπληρώνοντάς τα. Με άλλα λόγια η πιστοποίηση ότι όντως αυτά που θα φάει είναι βιολογικώς παραχθέντα. Για το σκοπό αυτό ο κάθε βιοκαλλιεργητής υποχρεούται να συνεργάζεται, δεχόμενος ελέγχους, με έναν Οργανισμό Πιστοποίησης (Ο.Π.). Οι γεωπόνοι του Ο.Π. επισκέπτονται τακτικά μεν αιφνιδιαστικά δε το κάθε βιολογικό αγρόκτημα και ελέγχουν με τις επιστημονικές γνώσεις και την εμπειρία τους, το αν όντως ακολουθούνται στο ακέραιο οι αρχές της βιολογικής γεωργίας στο αγρόκτημα αυτό. Ο Ο.Π. δηλαδή είναι ο υπεύθυνος εκείνος φορέας, που εγγυάται το γνήσιο του προϊόντος που φθάνει στην αγορά. Η εξάρτηση του βιοκαλλιεργητή από τον Ο.Π. είναι άμεση.

Το ξεκίνημα της μετατροπής ενός αγροκτήματος από συμβατικό σε βιολογικό είναι μία περίοδος τριών ετών, στην διάρκεια της οποίας δεν παράγονται βέβαια βιολογικά προϊόντα, αλλά ελαττώνεται σταδιακά η χρήση των απαγορευμένων στη βιολογική γεωργία ουσιών και προσαρμόζεται το αγρόκτημα στις συνθήκες αντιμετώπισης των εχθρών-ασθενειών και των προβλημάτων θρέψεως, μέσω των αρχών της βιολογικής γεωργίας. Μετά τη λήξη της τριετίας, καλώς εχόντων των πραγμάτων, τα προϊόντα του βιολογικού πλέον αγροκτήματος παίρνουν τη σφραγίδα του <<Προϊόντος Βιολογικής Γεωργίας>> και μπαίνουν στο ράφι της πώλησης ως βιολογικά._

Βιβλιογραφία – πηγές

Περιοδικό Ελιά και ελαιόλαδο

Ημερίδα για τη "Διαχείριση των αποβλήτων των ελαιουργείων" 16-17 Ιουνίου 1994 Σητεία.

Οδοιπορικό στο ελληνικό περιβάλλον. Νίκου Μάργαρη

Γεωργία και περιβάλλον. Νίκου Μάργαρη

Λάδι. Γεύσεις και πολιτισμός 5.000 χρόνων Μυρσίνη Λαμπράκη

Ο πολιτισμός της ελιάς – το ελαιόλαδο Νίκος & Μαρία Ψιλάκη

ΔΗΩ – εταιρία πιστοποίησης βιολογικής καλλιέργειας: www.dionet.gr

ΒΙΟ Ελλάς – εταιρία πιστοποίησης βιολογικών : www.bio-hellas.gr

www.blauel.gr

 

Σημαντική βοήθεια προσέφεραν γεωπόνοι και συνεταιριστές της περιοχής μας.