διακονία: αφοσίωση σε συγκεκριμένη αποστολή (από το εγκονώ - υπηρετώ με προθυμία)
διακονιά: ζητιανιά - επαιτεία.
διάκονος ή διάκος (daecon, diakonus, diacre) είναι κατώτερος βαθμός ιεροσύνης στην ορθόδοξη εκκλησία. Στα κοινόβια μοναστήρια του ανέθεταν το ζητιάνεμα για τα απαραίτητα για να ζήσουν, χρήματα και εφόδια. Έτσι η διακονία μετέπεσε λίγο-λίγο σε διακονιά και πολλοί φτωχοί ακολούθησαν το παράδειγμά τους. Ο κόσμος τους έλεγε όλους διακονιάρηδες και τους έδινε ότι πολυτιμότερο είχε τότε, ρούχα, ψωμί και λαδάκι για να ζήσουν αυτοί και τα παιδιά τους. Για αυτό κουβαλούσαν πάντα το χαρακτηριστικό μπετονάκι για να τους ρίξει το λάδι η νοικοκυρά από την καραφίνα του σπιτιού.
αυτό το χρυσάφι της φύσης, με τις ανεκτίμητες ευεργεσίες για τη ζωή και την υγεία, μαζεύεται σήμερα με αγάπη και σεβασμό και προσφέρεται σε αυτούς, που μπορούν να εκτιμήσουν την αξία του.

 

Το τελικό μας προϊόν, που με κόπο και τo μεράκι του ερασιτέχνη φτάξαμε από την αρχή μέχρι το τέλος.